απελπίζομαι


απελπίζομαι
απελπίζομαι, απελπίστηκα, απελπισμένος βλ. πίν. 34

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απελπίζομαι — [апельпизомэ] ρ. отчаиваюсь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δεσπεράρω — απελπίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελλ. ξένου όρου πρβλ. ιταλ. disperare < λατ. desperare] …   Dictionary of Greek

  • ντεσπεράρω — (Μ) απελπίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. desperar < λατ. despero «απελπίζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • συναπογιγνώσκω — Μ απελπίζομαι μαζί με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἀπογιγνώσκω «απελπίζομαι»] …   Dictionary of Greek

  • έρχομαι — και έρχουμαι (AM ἔρχομαι) 1. κατευθύνομαι ή πλησιάζω σε κάποιον τόπο ή σε κάποιον πρόσωπο (α. «καὶ ἐπὶ πόλιν δυνατωτάτην νῡν ἐρχόμεθα», Θουκ. β. «τον είδα νά ΄ρχεται προς το μέρος μου») 2. επιστρέφω, γυρίζω πίσω (α. «οὔτ΄ Ὀδυσεὺς ἔτι οἶκον… …   Dictionary of Greek

  • αελπτώ — ἀελπτῶ ( έω) (Α) [ἄελπτος] (μόνο στη μτχ.) δεν έχω ελπίδα, απελπίζομαι, απογοητεύομαι, βρίσκομαι σε απόγνωση …   Dictionary of Greek

  • ανοίγω — (AM ἀνοίγω, Α και ἀνοιγνύω και ἀνοίγνυμι) 1. αποφράσσω κάτι, του αφαιρώ το κάλυμμα 2. (για δικαστικές πράξεις) αποσφραγίζω και κοινοποιώ 3. απομακρύνω από τη στεριά, φέρνω στο ανοιχτό πέλαγος 4. εγχειρίζω, τέμνω, κόβω το δέρμα 5. δημιουργώ, ιδρύω …   Dictionary of Greek

  • απαγορεύω — (AM ἀπαγορεύω) [αγορεύω] δεν επιτρέπω να γίνει κάτι, εμποδίζω μσν. 1. απελπίζομαι, απογοητεύομαι 2. αποφεύγω 3. ( ομαι) απελπίζω κάποιον αρχ. 1. σταματώ, διακόπτω, εγκαταλείπω 2. κουράζομαι, εξαντλούμαι 3. μεταπείθω κάποιον 4. διακηρύσσω 5. (για… …   Dictionary of Greek

  • απαλγώ — ἀπαλγῶ ( έω) (AM) 1. απομακρύνω θλίψη, πόνο, στενοχώρια, παύω να πονώ 2. απελπίζομαι …   Dictionary of Greek

  • αποκρυώνω — (Μ ἀποκρυώνω) Ι. νεοελλ. 1. κάνω κάτι να χάσει τη θερμότητά του 2. κάνω κάποιον να ψυχρανθεί, να στενοχωρηθεί μσν. φρ. «ἀποκρυώνει ἡ καρδιά μου» μένω αδιάφορος II. ( ομαι) μσν. νεοελλ. απελπίζομαι …   Dictionary of Greek